Αναγνώστες

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Η ΣΚΙΑ


Ξαπλώνω στα μαξιλάρια σου. Καπνισμένες αιώρες.

Με αφήνω, και την επόμενη σκέψη μου δεν ορίζω.

Είτε κλαίω, είτε γελάω είσαι μπροστά.

Πάντα πίσω απ’ το κρύο γυαλί. Σίγουρος πως είμαι εκεί.

Ένα χέρι να απλώσεις και με πιάνεις. Μόλις μια ανάσα μακριά. Ένα παγωμένο δάχτυλο.

Παγωμένος πρίγκιπας με μάτια σκοτάδια. Θλιμμένος μέχρι το κόκκαλο, δίχως λόγους. Φιλόδοξος μα παραιτημένος. Νέος μα γέρος. Εθισμένος στην ηδονή της γεύσης, μα όχι της ζωής. Χαμένος στα πέτρινα πηγάδια σου.

Ξαπλώνω στα μαξιλάρια σου.

θα’ ναι ξημερώματα θαρρώ. Ίσως και όχι.
Στέκεις ακόμα εδώ, με το ξίφος στο χέρι. Πόσοι χειμώνες πάνε? Πόσα φεγγάρια?

Προσπαθώ να σε διαβάσω και μένω να τρέχω σε λαβύρινθους με έναν πόλεμο στο μυαλό.
Κάνει κρύο εδώ  που μ’ έχεις βάλει και σαν αρχαίος δράκος με φιλάς.

Ξαπλώνω στα μαξιλάρια σου.

Κάθε ανατολή, κάθε στροφή της γης, κάθε γέννα παιδιού σε ζωγραφίζει στο δέρμα. Και δεν αντέχω την τόση σου πραγματικότητα.Τα μισά νοήματα.

Γέρνεις το κεφάλι στο πλάι, σαν σαύρα που σκιρτά στον ήχο, και με κοιτάς.

Τι θες?
Ανοίγεις το θολό μανδύα και μέσα εκεί γίνομαι η σκιά. Παγωμένα κρύσταλλα στο σώμα. Με τρυπάνε σαν τα καρφιά των θεών.

Φοβάμαι να κάνω την ερώτηση που τόσο ποθείς. Φοβάμαι να ακούσω ποιος ακριβώς είσαι.

Σωπαίνω και ξαπλώνω στα μαξιλάρια σου.

Ίσως αύριο μας κάνω τη χάρη σκοτεινέ αδερφέ μου…!!! 

Δεν υπάρχουν σχόλια: